καπάρο


καπάρο
[капаро] ουσ. о. задаток

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καπάρο" в других словарях:

  • καπάρο — καπάρο, το και κάπαρο, το (λ. ιταλ.), προκαταβολή ως εγγύηση αγοράς: Του έδωσα καπάρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καπάρο — το προκαταβολή που δίνεται ως εγγύηση αγοράς ή μίσθωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. caparra < ρ. capparare «κρατώ»] …   Dictionary of Greek

  • καπαρώνω — [καπάρο] εξασφαλίζω την αγορά ή μίσθωση ενός πράγματος ή την παροχή υπηρεσιών με προκαταβολή …   Dictionary of Greek

  • ακαπάρωτος — η, ο [καπαρώνω] αυτός για τον οποίο δεν έχει δοθεί ως εγγύηση καπάρο, δηλ. προκαταβολή, αρραβώνας …   Dictionary of Greek

  • αρραβώνας — (Νομ.).Είδος παρεπόμενης συμφωνίας που αποβλέπει να ενισχύσει και να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της κύριας ενοχικής σχέσης. Η συμφωνία αυτή καταρτίζεται με την παράδοση ενός αντικειμένου (χρηματικού ποσού ή πράγματος που ενέχει οικονομική αξία),… …   Dictionary of Greek

  • προνόμιο — Όρος που δηλώνει την προέχουσα θέση προσώπου ή κατηγορίας προσώπων, πράγματος ή νομικής σχέσης κατ’ εξαίρεση από το κοινό δίκαιο. Στην αρχαία Ελλάδα όπως και στη Ρώμη η έννοια του π. ταυτιζόταν με την έννοια του ατομικού νόμου. Κατά τη… …   Dictionary of Greek

  • πρόδομα — όματος, τὸ, Α [προδίδωμι] χρηματικό ποσό που δίνεται ως προκαταβολή, καπάρο («σπουδάζων περὶ τὸ πρόδομα μᾱλλον ἢ τὸν μισθόν», Πολ.) …   Dictionary of Greek

  • ακαπάρωτος — η, ο 1. αυτός για τον οποίο δε δόθηκε προκαταβολή (καπάρο): Το διαμέρισμα ήταν ακόμη ακαπάρωτο. 2. αυτός που δε δεσμεύτηκε, ελεύθερος: Είναι καλός νέος κι όσο ξέρω ακαπάρωτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αρραβώνας — αρραβώνας, ο και αρραβώνα, η 1. προκαταβολή σε χρήμα ή είδος, στο κλείσιμο κάποιας συμφωνίας, για εγγύηση, καπάρο: Του δωσα για αρραβώνα χίλια ευρώ. 2. το δαχτυλίδι που φορούν οι μνηστευμένοι από τη μέρα της μνηστείας, η βέρα, αλλά και η ίδια η… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καπαρώνω — καπάρωσα, καπαρώθηκα, καπαρωμένος, δίνω καπάρο και εξασφαλίζω την αγορά ή τη μίσθωση κάποιου πράγματος: Την καπάρωσε τη βίλα για όλη τη θερινή περίοδο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)